The Lake  –  Η Λίμνη

O Poe δημοσίευσε για πρώτη φορά το ποίημα “The Lake” , το 1827 στη συλλογή “Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα”, όμως εμφανίστηκε ξανά 2 χρόνια αργότερα στη συλλογή  “Aλ Ααράφ,  Tαμερλάνος, and Minor Poems” με μία μυστηριώδη αφιέρωση στον τίτλο :“The Lake. To–.”

Mέχρι και σήμερα δεν έχει διευκρινισθεί για ποιον προοριζόταν η αφιέρωση. Οι ιστορικοί υποθέτουν πως το ποίημα γράφτηκε για τη λίμνη Drummond, την οποία επισκέφτηκε με τη θετή του μητέρα, όμως το ποίημα δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό της.

Υπάρχει ένας τοπικός θρύλος ότι η λίμνη Drummond ήταν στοιχειωμένη από ένα  νεαρό ζευγάρι που έχασε τη ζωή του στα νερά της. Η νεαρή γυναίκα φέρεται να πέθανε την ημέρα του γάμου της και ο νεαρός άντρας τρελαμένος από τα οράματά της , βλέποντάς την να κωπηλατεί στη λίμνη, πνίγεται και αυτός στην προσπάθειά του να τη φτάσει. 

Σύμφωνα πάντως  με τον ίδιο θρύλο, όποιος επισκεφτεί τη νύχτα τη λίμνη Drummond θα δει μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά να κωπηλατεί σε ένα λευκό κανό που το φωτίζει μία λάμπα. Αυτή η γυναίκα έχει μείνει γνωστή και με το όνομα ως η Κυρία της Λίμνης, η οποία έχει δώσει έμπνευση σε μία σειρά από διάσημου συγγραφείς όλα αυτά τα χρόνια.

The Lake


In spring of youth, it was my lot
To haunt of the wide earth a spot
The which I could not love the less—
So lovely was the loneliness
Of a wild lake, with black rock bound,
And the tall pines that tower’d around.

But when the Night had thrown her pall
Upon that spot, as upon all,
And the mystic wind went by
Murmuring in melody—
Then—ah then I would awake
To the terror of the lone lake.

Yet that terror was not fright,
But a tremulous delight—
A feeling not the jewelled mine
Could teach or bribe me to define—
Nor Love—although the Love were thine.

Death was in that poisonous wave,
And in its gulf a fitting grave
For him who thence could solace bring
To his lone imagining—
Whose solitary soul could make
An Eden of that dim lake.

H Λίμνη

Στην Άνοιξη της Νιότης μου ήταν γραφτό
Από όλα τα μέρη της Γης σε ένα να πηγαίνω
Που όλο και πιο πολύ αγαπούσα
Πόση όμορφη ήταν η μοναξιά
Μιας άγριας λίμνης που είχε τριγύρω
Πεύκα ψηλά και ολόμαυρα βράχια

Όμως όταν η Νύχτα έριξε το πέπλο της
Πάνω από τον τόπο αυτό κι όλη την Πλάση
Και φυσούσε ο μυστηριακός αγέρας
Μελωδίες μουρμουρίζοντας
Τότε ναι, τότε θα ξυπνούσα από τον ύπνο
Για να παραδοθώ στον τρόμο της μοναχικής λίμνης.

Κι όμως αυτός ο φόβος δε γινόταν τρόμος
Μα μια τρεμάμενη χαρά
Ένα αίσθημα που ούτε οι θησαυροί των κόσμου
Δε θα με ανάγκαζαν να αποκαλύψω
Ούτε η αγάπη – ακόμα και η δική σου

Ο θάνατος καραδοκούσε στο φαρμακερό της κύμα
Και στο βυθό της ταιριασμένο ένα μνήμα
Για αυτόν που η μόνη του παρηγοριά βρίσκεται
Στη μοναχική του φαντασία
Για αυτόν που η μοναχική ψυχή του
Θα μπορούσε να φτιάξει
Έναν Παράδεισο στη σκοτεινή Λίμνη

Ήχος 1

Ήχος 2

Ήχος 3

Ήχος 4