Ulalume  –  Ουλαλούμ

 

Το Ουλαλούμ (Ulalume) είναι ένα φανταστικό όνομα που προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από το λατινικό ρήμα Ululare που σημαίνει θρηνώ και το lume  που σημαίνει φως. H ιστορία που διαδραματίζεται στο ποίημα, είναι η ιστορία ενός εραστή που ανακαλύπτει ότι έχει περπατήσει μία ολόκληρη διαδρομή για να φτάσει στον τάφο της αγαπημένης του και μετά συνειδητοποιεί ότι αυτός ο ίδιος την έθαψε σε αυτό το σημείο την ίδια νύχτα του Οκτώβρη του προηγούμενου χρόνου.
 
O ποιητής υποδηλώνει ότι έχει περάσει μεγάλο μέρος του προηγούμενου χρόνου κλαίγοντας από τη νύχτα που έθαψε τον έρωτα του. Στο τέλος του ποιήματος, μόλις διαπιστώσει ακόμα μία φορά που βρίσκεται η αγαπημένη του, τον κυριεύει και πάλι η θλίψη από την απώλεια του αγαπημένου του προσώπου.
 
To Oυλαλούμ θεωρείται από πολλούς το σπουδαιότερο από όλα τα ποιήματα του Poe.
Η μουσικότητα των στίχων μεταφέρει το ένα συναίσθημα μετά το άλλο, όπως το χτύπημα ενός ποταμού σε μια ακτή.
 

Ο E. C. Stedman είπε: «Είναι τόσο περίεργο… και … γεμάτο νόημα, που από μόνο του μπορεί να καθιερώσει μια νέα μέθοδο». Η κυρία Γουίτμαν το αποκάλεσε «ίσως το πιο πρωτότυπο και το πιο παράξενο υποδηλωτικό από όλα τα ποιήματα του Πόε» και ο Θίοντορ Γουότς-Ντάντον είπε κάποτε ότι ο Πόε εκφράστηκε «με τον ίδιο τρόπο που  ένας μουσικός θα εκφραζότανε με μονότονες επαναλήψεις …  Ακόμα και όταν αναλύονται τα μέρη του και κατανοείται η πλοκή, το ποίημα παραμένει ως μια ολόκληρη ανεξήγητα ισχυρή, μια απαράμιλλη επίκληση μυστηρίου.

Oulalum

The skies they were ashen and sober; 
The leaves they were crispéd and sere— 
The leaves they were withering and sere; 
It was night in the lonesome October 
Of my most immemorial year; 
It was hard by the dim lake of Auber, 
In the misty mid region of Weir— 
It was down by the dank tarn of Auber, 
In the ghoul-haunted woodland of Weir. 

Here once, through an alley Titanic, 
Of cypress, I roamed with my Soul— 
Of cypress, with Psyche, my Soul. 
These were days when my heart was volcanic 
As the scoriac rivers that roll— 
As the lavas that restlessly roll

Their sulphurous currents down Yaanek 
In the ultimate climes of the pole— 
That groan as they roll down Mount Yaanek 
In the realms of the boreal pole. 

And now, as the night was senescent 
And star-dials pointed to morn— 
As the star-dials hinted of morn— 
At the end of our path a liquescent 
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent 
Arose with a duplicate horn— 
Astarte’s bediamonded crescent 
Distinct with its duplicate horn. 

But Psyche, uplifting her finger, 
Said—”Sadly this star I mistrust— 
Her pallor I strangely mistrust:— 
Oh, hasten! oh, let us not linger! 
Oh, fly!—let us fly!—for we must.” 
In terror she spoke, letting sink her 
Wings till they trailed in the dust— 
In agony sobbed, letting sink her 
Plumes till they trailed in the dust— 
Till they sorrowfully trailed in the dust. 

I replied—”This is nothing but dreaming: 
Let us on by this tremulous light! 
Let us bathe in this crystalline light! 
Ah, we safely may trust to its gleaming, 
And be sure it will lead us aright— 

Thus I pacified Psyche and kissed her, 
And tempted her out of her gloom— 
And conquered her scruples and gloom: 
And we passed to the end of the vista, 
But were stopped by the door of a tomb— 
By the door of a legended tomb; 
And I said—”What is written, sweet sister, 
On the door of this legended tomb?” 
She replied—”Ulalume—Ulalume— 
‘Tis the vault of thy lost Ulalume!” 

Then my heart it grew ashen and sober 
As the leaves that were crispèd and sere— 
As the leaves that were withering and sere, 
And I cried—”It was surely October 
On this very night of last year 
That I journeyed—I journeyed down here— 
That I brought a dread burden down here— 
On this night of all nights in the year, 
Oh, what demon has tempted me here? 
Well I know, now, this dim lake of Auber— 
This misty mid region of Weir— 
Well I know, now, this dank tarn of Auber— 
In the ghoul-haunted woodland of Weir.” 

 

Ουλαλούμ

Ουλαλούμ

Ο oυρανός ήταν ωχρός και σκυθρωπός
Τα φύλλα μαραμένα και ξερά
  Τα φύλλα μαραμένα και ξερά
  Ήταν νύχτα του έρημου Οκτώβρη
  Του πιο αξέχαστου χρόνου
   Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όμπερ
  Στις καταχνιές στα μισά του Γουιρ
  Εκεί κάτω στην υγρή λίμνη του Όμπερ
   Στα δάση εκεί με τους βρικόλακες του Γουιρ

     Εδώ κάποτε σε μια γιγάντια αλέα από κυπαρίσσια
 Περιπλανήθηκα με την ψυχή μου
 Μέσα στα κυπαρίσσια , με την ψυχή, με την ψυχή μου
  Εκείνες τις μέρες η καρδιά μου ήταν σαν ηφαίστειο
  Σαν τα ποτάμια που κυλούν μες στην σκουριά
  Σαν τη λάβα που ακατάπαυτα ρέει

     Τα δαιμονικά ρεύματα τους πλάι στον Γιαννεκ
 Στα πιο απόμακρα μέρη του πόλου
Που βογγούν καθώς κυλούν από το όρος Γιάννεκ
  Στη σφαίρα του Βόρειου Πόλου

     Kαι τώρα καθώς σβήνει η νύχτα
   Και τα αστέρια αναγγέλλουν την αυγή
   Και τα αστέρια προμηνύουν την αυγή
  Ένα αόριστο φως
στου δρόμου το τέρμα γεννιέται
   Κι από κει η δικέρατη θαυμαστή Αστάρτη ανατέλλει
  Διαμαντένια Αστάρτη με κέρας διπλό

 

Αλλά η Ψυχή αφού  ύψωσε το δάχτυλό της
  Eίπε: «Το άστρο αυτό δεν εμπιστεύομαι –
      Τη χλωμάδα του δεν εμπιστεύομαι: –
      Κάνε γρήγορα! Ας μη χάσουμε άλλο χρόνο
  Ας πετάξουμε- ας πετάξουμε μακριά- έτσι πρέπει
    Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
      Τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
      Με αγωνία έκλαιγε και άφησε να πέσουν
      Τα φτερά  της και να συρθούν στην σκόνη –
      Θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

       Εγώ απάντησα: « Δεν είναι παρά ένα όνειρο
  Ας προχωρήσουμε κάτω από αυτό το τρεμάμενο φως!
       Ας μας λούσει αυτό το κρυστάλλινο  φως!
     Αχ, ας εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
       Και σίγουρα θα μας οδηγήσει σωστά –     

Ηρέμησα την Ψυχή και τη φίλησα
       Και την έβγαλα από τη βαθιά της θλίψη 
       Έδιωξα τους φόβους και τη θλίψη 
      Και προχωρήσαμε ως το τέλος του ορίζοντα
      Μα το δρόμο μας έφραξε η πόρτα ενός τάφου
      Η πόρτα ενός τάφου με μια επιγραφή
      Και είπα : τι γράφει γλυκιά αδελφή μου
στου τάφου την πόρτα
      Κι απαντά :- Ουλαλούμ – Ουλαλούμ
      Είναι το μνήμα της χαμένης σου Ουλαλούμ! 

Έπειτα η καρδιά μου έγινε ωχρή και σκυθρωπή
      Σαν τα φύλλα,  μαραμένη και ξερή
      Σαν τα φύλλα, μαραμένη και ξερή
      Και φώναξα-  Ήταν  σίγουρα Οκτώβρης
      Πέρυσι μια νύχτα σαν αυτή
      Που  ταξίδεψα, που ταξίδεψα ως εδώ
      Και κουβάλησα ένα τρομακτικό βάρος ως εδώ
      Αυτή τη νύχτα, απ’ όλες τις νύχτες του χρόνου
      Ω, ποιοι δαίμονες με φεραν εδώ
     Τώρα ξέρω τη μουντή λίμνη του Όμπερ
     Τις καταχνιές στα μισά του Γουιρ
     Τώρα ξέρω την υγρή λίμνη του Όμπερ
     Στα δάση εκεί με τους βρικόλακες του Γουιρ

Ήχος 1

Ήχος 2

Ήχος 3

Ήχος 4